γεφύρωμα

γεφῡρ-ωμα, ατος, τό,
A bridge, J.BJ3.7.28 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεφύρωμα — bridge neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεφύρωμα — το (AM γεφύρωμα) [γεφυρώ] η γέφυρα νεοελλ. η γεφύρωση* …   Dictionary of Greek

  • γεφύρωμα — το η γέφυρα (κυριολ. και μτφ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεφυρωμάτων — γεφύρωμα bridge neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεφυρώμασι — γεφύρωμα bridge neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεφυρώματα — γεφύρωμα bridge neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεφυρώματος — γεφύρωμα bridge neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακρογεφύρωμα — το τοίχος που βρίσκεται στις άκρες γέφυρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακρο (Ι) + γεφύρωμα] …   Dictionary of Greek

  • προγεφύρωμα — το, Ν 1. σύνολο οχυρωματικών έργων, αμυντική οργάνωση τοποθεσίας, πριν από γέφυρα, για την προάσπισή της ή για άμυνα από τις προσβολές τού εχθρού 2. προκεχωρημένο στρατιωτικό τμήμα και ο χώρος τον οποίον κατέχει αυτό σε παράκτια ή παρόχθια… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.